Η μετά-ιμπεριαλιστική εστία της Ανατολικής Μεσογείου
Η Κύπρος είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία δεν διαθέτει πλήρη έλεγχο επί της εξωτερικής πολιτικής της, όπως καθιστούν σαφές οι συνθήκες του 1960 για την ίδρυση της δημοκρατίας. Αυτό είναι ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού που εννοούσε ο Γκουιτσιαρντίνι όταν είπε ότι τα ίδια πράγματα επιστρέφουν με διαφορετικά χρώματα. Εδώ μιλάμε για έλεγχο από εξωτερικές δυνάμεις. Μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό ανατρέχοντας σε μια κλασσική ιστορική προσέγγιση, κύριο θέμα της οποίας είναι η έμμονη της σημερινής Βρετανίας με τη ρωσική ισχύ, η οποία εξακολουθεί να υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια. Πολύ πριν εμφανιστεί η βρετανική εμμονή με τη Ρωσία, η Κύπρος ήταν ήδη μια περίοπτη περιοχή για δυνάμεις όπως η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, οι Γαλλο-Άγγλοι (με λίγα λόγια ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος), οι Φράγκοι, η Βενετία και η Οθωμανική Κωνσταντινούπολη (*).
Αν και οι πρώτοι Ρώσοι ήταν εχθρικοί έναντι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν πια εκχριστιανιστεί και ήταν σύμμαχοι της Κωνσταντινούπολης. Μετά από το Μεγάλο Σχίσμα του 1054 ο ρωσόφωνος και ελληνόφωνος κόσμος άρχισε να αναπτύσσει ένα κοινό ενδιαφέρον για την αντιμετώπιση της δύναμης του Ισλάμ.
Η εξάπλωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Καύκασο, μετά από την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς το 1453 (σε αυτή τη κληρονομιά ανήκει το πρόβλημα της Τσετσενίας), ήρθε πριν η Ρωσία να αναπτύξει πλήρως τις στρατιωτικές της δυνατότητες' όταν όμως αυτές αναπτύχθηκαν, ξεκίνησε η προέλαση προς το νότο, συχνά υπό Ορθόδοξη Χριστιανική, όσο και εδαφική (στρατηγική) σημαία. Τουλάχιστον από την εποχή του Ιβάν του Τρομερού, ο Καύκασος και έπειτα τα Βαλκάνια αποτελούσαν σε διάφορους βαθμούς περιοχές σύγκρουσης ανάμεσα στους Οθωμανούς Μουσουλμάνους και τους Ρώσους Χριστιανούς .
[Σημ. Δ`~. στο άλλο μέτωπο, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα, και δεν είναι άλλο από αυτό της Ανατολικής Ευρώπης και της Βαλτικής, ο Ιβάν ο Τρομερός ηττάται από ένα συνασπισμό Σουηδών, Δανών, Πολωνών και Λιθουανών -μια παρόμοια συμμαχία προσπαθούν να επανασυστήσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες αυτή την περίοδο- αλλά τίθενται τα θεμέλια της εξόδου στη Βαλτική, η οποία θα εκπληρωθεί στις αρχές του 18ου αιώνα μέσω του Μεγάλου Βόρειου Πολέμου - «Τα ίδια πράγματα επιστρέφουν με διαφορετικά χρώματα»].
Η παλαιά συμμαχία του Βυζαντίου με την πρώιμη Ρωσία εκδηλώθηκε στην πλέον απροκάλυπτη μορφή της υπό τη Μεγάλη Αικατερίνη [η οποία ήταν γερμανικής καταγωγής], όταν εκείνη έστειλε μια αποστολή για την απελευθέρωση της Ελλάδας, το 1769-70. Αν και η αποστολή απέτυχε να ανακαταλάβει την ηπειρωτική Ελλάδα, κάποια νησιά πέρασαν στην κατοχή της Ρωσίας.
Όμως σημαντικότερη ήταν η Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774, με την οποία η Ρωσία απέκτησε το δικαίωμα να προστατεύει τους Χριστιανούς Ορθόδοξους εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κάτι σημαντικό και ανησυχητικό για τη μελλοντική βρετανική ιμπεριαλιστική στρατηγική, δικαιώματα διάπλου σε ύδατα υπό οθωμανικό έλεγχο. Μετά από λίγα χρόνια μια εμπορική συνθήκη, επέτρεψε σε πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας να πλέουν υπό ρωσική σημαία, διασφαλίζοντας έτσι την ανάπτυξη του ελληνικού εμπορικού στόλου δίχως οθωμανικές επεμβάσεις, πολύ πριν απελευθερωθεί η Ελλάδα.
Ο βρετανικός παράγοντας
Αν και εκείνη την εποχή βασική μέριμνα της Βρετανίας ήταν η ανάσχεση της γαλλικής επαναστατικής δύναμης, το 1791 ο Ουίλλιαμ Πέτ (William Pitt) ο Νεότερος κατήγγειλε την υποτιθέμενη φιλοδοξία της Ρωσίας να διαμελίσει την Τουρκία: η Μεγάλη Αικατερίνη επιθυμούσε πράγματι να κάνει τον εγγονό της αυτοκράτορα μιας νέας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τώρα πια η Βρετανία όδευε προς την αυτοκρατορική ακμή της και συνεπώς ξεκινούσε να συμπεριφέρεται «γεωστρατηγικά».
Έτσι, στις αρχές του νέου αιώνα και ιδίως μετά από το Συνέδρια της Βιέννης, η Ρωσία γινόταν ταχύτατα ο κύριος εφιάλτης της Βρετανίας (παρά το τετριμμένο ζήτημα της «Λαμπράς Απομόνωσης» [«Splendid Isolation»]).
Παρά την όποια λανθάνουσα εχθρότητα που υπήρχε, και υπάρχει μέχρι σήμερα, προς τη Γαλλία, η ενδεχόμενη ρωσική επιρροή στη Μεσόγειο και η ανερχόμενη δύναμη της Πρωσίας -και αργότερα της Γερμανίας- βοήθησαν τη Βρετανία να πλησιάσει τους Γάλλους. Εδώ μπορούμε ήδη να διακρίνουμε τους σπόρους της εμμονής του Μακάιεντερ με τη ρωσο-γερμανική συμμαχία που πίστευε ότι θα απειλούσε τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η συνακόλουθη στήριξη της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μπορεί να ανιχνευθεί σε αυτήν την περίοδο: εξηγεί την επαμφοτερίζουσα στάση της Βρετανίας έναντι της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ουσιαστικός στόχος της Βρετανίας ήταν να διασφαλίσει ότι η ρωσική επιρροή σε μια υποθετική ανεξάρτητη Ελλάδα δεν θα απειλούσε τα συμφέροντά της στην Μεσόγειο.
Η Βρετανία φοβόταν έναν ρωσο-τουρκικό πόλεμο στον οποίο η Ρωσία θα ενίσχυε περισσότερο τη θέση της έναντι των Οθωμανών, όπως είχε ήδη κάνει, για παράδειγμα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Κάϊναρτζή. Έτσι η βρετανική κυβέρνηση αποφάσισε ότι η καλύτερη ελπίδα για να επεκτείνει σε κάποιο βαθμό τον έλεγχό της στη Ρωσία στην περίπτωση ενος ρωσο-τουρκικού πολέμου ήταν μια συμφωνία. Αυτή υλοποιήθηκε με τη μορφή του αγγλο-ρωσικού Πρωτοκόλλου της 4ης Απριλίου του 1826 με το οποίο η Βρετανία θα προσέφερε μεσολάβηση με στόχο τη μετατροπή της Ελλάδας σε αυτόνομο κράτος, υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, είναι σημαντικό ότι αν αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί, οι δύο δυνάμεις θα μπορούσαν να παρέμβουν από κοινού ή ξεχωριστά.
Αυτή η φαινομενικά δευτερεύουσα λεπτομέρεια θα αποδεικνυόταν ζωτικής σημασίας για την ελληνική ανεξαρτησία, καθώς η Ρωσία όντως αύξησε την πίεση της στους Οθωμανούς και πίεσε τη διστακτική Γαλλία και τη Βρετανία να λάβουν πιο δραστικά μέτρα υπέρ των Ελλήνων.
Το Σεπτέμβριο του 1827 η ρωσική πίεση υποχρέωσε τη Βρετανία και τη Γαλλία να συμφωνήσουν ώστε να αποκόψουν προμήθειες που μεταφέρονταν δια θαλάσσης προς τις οθωμανικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο και σε κάποια ελληνικά νησιά. Τον επόμενο μήνα ακολούθησε η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου καταστράφηκε ο τουρκο—αιγυπτιακός στόλος ανοίγοντας το δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία.
Παρά τη διαφωνία γύρω από την έναρξη των εχθροπραξιών (υποτίθεται ότι ο βρετανο-γαλλο-ρωσικός στόλος θα ήταν ουδέτερος), η τακτική της Βρετανίας για ανάσχεση της Ρωσίας αποδείχθηκε ανεπιτυχής, τουλάχιστον στο ελληνικό πλαίσιο. Είναι ωστόσο επίσης γνωστό ότε ο Ναύαρχος Κόδριγκτων, ο ανώτατος διοικητής του συμμαχικού στόλου, ήταν Φιλέλληνας. Όταν έφτασαν στο Λονδίνο τα νέα για την ήττα του οθωμανικού στόλου, ο Υπουργός Εξωτερικών Ουέλλινγκτον την αποκάλεσε «ατυχές συμβάν», ενώ ο υποστηρικτής των Οθωμανών Μέττερνιχ την περιέγραψε ως «φοβερή καταστροφή». Ίσως περισσότερο από ό,τι η Βρετανία τότε, ο Μέττερνιχ ήταν κατ' εξοχήν οπαδός του ρεαλισμού και της γεωστρατηγικής και δεν μασούσε τα λόγια του: είχε πει για τους Έλληνες ότι «εκεί κάτω, πέρα από τα σύνορά μας, τρεις ή τέσσερις χιλιάδες κρεμασμένοι, παλουκωμένοι ή με κομμένο το λαρύγγι δεν έχουν και πολλή σημασία». Είχε επίσης αποκαλέσει τους Ναπολιτάνους ένα «ημιαφρικανικό και βάρβαρο λαό».
Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ήθελε να εξαφανίσει την επιρροή του Καποδίστρια, του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και Έλληνα (ο οποίος έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Ελλάδας). Ο Καποδίστριας, ο οποίος υποστήριζε την ανεξαρτησία της Ελλάδας και εθεωρείτο ηγέτης της φιλορωσικής τάσης στην ελληνική πολιτική, παρέμεινε ένα αγκάθι στα πλευρά των βρετανικών ιμπεριαλιστικών σχεδίων για καιρό μετά από τη δολοφονία του το 1831. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι οι Βρετανοί εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να φοβούνται τον λανθάνοντα «καποδιστριανισμό».
Η εμμονή με τη Ρωσία
Η εμμονή της Βρετανίας με τη Ρωσία μπορεί να συνδεθεί άμεσα με τη σημερινή εποχή, όπως θα δούμε, ακόμα κι αν «τα χρώματα διαφέρουν», όπως θα έλεγε ο Γκουιτσιαρντίνι.
Το αύξον ενδιαφέρον της Βρετανίας για τη ρωσική ισχύ συνοψίζεται με τον καλύτερο τρόπο στην επονείδιστη δήλωση του σερ Έντμοντ Λάιονς (Sir Edmond Lyons) το 1841:
Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι ένας παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να είναι αγγλική ή ρωσική, και καθώς δεν πρέπει να γίνει ρωσική, είναι αναγκη να είναι αγγλική.Εδώ μπορούμε να κάνουμε έναν παραλληλισμό ανάμεσα στον Λάιονς και τον Ουίνστον Τσώρτσiλ, δεδομένου ότi ο δεύτερος συμφώνησε με τον Στάλιν, στην περίφημη συμφωνία των ποσοστών, ότι η Ελλάδα θα ήταν «10% ρωσική και 90% αγγλική». Εδώ βλέπουμε την αταβιστική συνέχεια της βρετανικής ιμπεριαλιστικής «γεωστρατηγικής» η οποία, όπως θα δούμε, συνεχίζεται μέχρι σήμερα έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου. Η Βρετανία θα ανέπτυσσε περαιτέρω την αυτοκρατορία της, ιδιαίτερα στην Αφρική, όμως ήδη από το 1815 κατείχε τα νησιά του Ιονίου. Το 1848, έτος της «ευρωπαϊκής επανάστασης» (στο οποίο ο Μέττερνιχ εξορίστηκε στο Λονδίνο) είδε την ανάδυση και άλλων ελληνικών κινημάτων ανεξαρτησίας, όχι μόνο σε τμήματα του ελληνόφωνου κόσμου που ελέγχονταν από τους Οθωμανούς αλλά και στα νησιά του Ιονίου.
Αντί η Βρετανία να απαντήσει ευνοϊκά, προέβαλε αξιώσεις για δύο νησάκια έξω από την ακτή της Πελοποννήσου ισχυριζόμενη ότι ανήκαν επίσης στο Ιόνιο Πέλαγος (και πράγματι ανήκαν!).
Όμως η χειρότερη περίπτωση ιμπεριαλιστικού αυταρχισμού ήταν η περίφημη υπόθεση του Δον Πατσίφικο το 1850. Ο Δον Πατσίφικο ήταν ένας Εβραίος από το Γιβραλτάρ το σπίτι του οποίου στην Αθήνα είχε καταστραφεί στη διάρκεια ταραχωδών διαδηλώσεων το Πάσχα. Οι Βρετανοί απέκλεισαν τον Πειραιά για να επιβάλλουν αποζημιώσεις και αρχικά αποδέχτηκαν αλλά ακολούθως απέρριψαν τις προσφορές των Γάλλων για διαμεσολάβηση. Τελικά ο βασιλιάς Όθων υποχώρησε αλλά ως αποζημίωση καταβλήθηκε μόνο ένα ασήμαντο ποσό. Ακολούθως ενισχύθηκε το αντιβρετανικό και φιλορωσικό αίσθημα, κάτι που σάστισε τους Βρετανούς.
Η κατάσταση άρχισε να κλιμακώνεται όταν ο Τσάρος μεσολάβησε για μια επανένωση ανάμεσα στην ελληνική Εκκλησία και το Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη (οι σχέσεις τους είχαν διακοπεί το 1821 εξ αιτίας της υποψίας των Ελλήνων ότι ο Σουλτάνος χρησιμοποιούσε το Πατριαρχείο ως πολιτικό εργαλείο). Η αδυναμία των Οθωμανών (μετά από δύο πολέμους με τον Αιγύπτιο ηγεμόνα Μεχμέτ Αλί) και η ρωσική πίεση στους Οθωμανούς εκ μέρους των Χριστιανών Ορθοδόξων υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησαν στο ξέσπασμα του Πολέμου της Κριμαίας, στον οποίο οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Σαρδηνοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη Ρωσία. Όταν «άτακτες» ελληνικές δυνάμεις επεχείρησαν να αποσπάσουν τη Θεσσαλία από την οθωμανική κατοχή, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι κατέλαβαν τον Πειραιά (από το Μάιο του 1854 έως το Φεβρουάριο του 1857), ουσιαστικά για να εμποδίσουν την Ελλάδα να βοηθήσει τη Ρωσία.
Κύπρος: κλειδί για τη Δυτική Ασία
Το 1878 ο φόβος για τη Ρωσία δικαιώθηκε. Η έκβαση του Πολέμου της Κριμαίας, ο οποίος διεξήχθη για να διατηρηθεί η βρετανική ηγεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο αντιμετωπίζοντας τις απόπειρες της Ρωσίας να αποδυναμώσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, απλώς περιόρισε προσωρινά την εφαρμογή των ρωσικών σχεδίων. Το 1877 οι ρωσικές δυνάμεις νίκησαν τους Οθωμανούς και προσέγγισαν την Κωνσταντινούπολη. Οι όροι της συνακόλουθης Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου ήταν τόσο ευνοϊκοί για τη Ρωσία, περιλαμβάνοντας, για παράδειγμα, την ίδρυση μιας μεγάλης και ανεξάρτητης φιλορωσικής Βουλγαρίας, που οι Βρετανοί παρενέβησαν διπλωματικά, με λόγια και κανονιοφόρους, ενέργειες που οδήγησαν στη «Μεγάλη Ανατολική Κρίση» και στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.
Στις 5 Μαίου ο Μπέντζαμιν Ντισραέλι (Benjamin Disraeli) έγραψε στη Βασίλισσα Βικτωρία:
Αν η Υψηλή Πύλη παραχωρήσει την Κύπρο στη Μεγαλειότητά σας και ταυτοχρόνως η Αγγλία συνάψει μια αμυντική συμμαχία με την Τουρκία που θα εγγυάται την ασφάλεια της ασιατικής Τουρκίας από μια ρωσική εισβολή, η ισχύς της Αγγλίας στη Μεσόγειο θα αυξηθεί απολύτως σε εκείνη την περιοχή και η Ινδική Αυτοκρατορία της Μεγαλειότητάς σας θα ενισχυθεί σε τεράστιο βαθμό. Η Κύπρος είναι το κλειδί για τη Δυτική Ασία.Αν και σκοπός του Συνεδρίου ήταν να αποκατασταθεί η σταθερότητα στα Βαλκάνια ενώπιον της ρωσικής ισχύος και της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Βρετανία συνειδητοποίησε ότι αυτή η αυτοκρατορία δεν ήταν πια μια «αυθεντική αξιόπιστη δύναμη» και ότι δεν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει μόνο τη Ρωσία αλλά και να φυλά την Ανατολία. Γι' αυτόν το λόγο η Βρετανία μίσθωσε την Κύπρο από τους Οθωμανούς ως «ορμητήριο» με μια συνθήκη την οποία ενέκρινε το Συνέδριο του Βερολίνου, ώστε να εγγυηθεί την Ασιατική Τουρκία από τις ρωσικές επιθέσεις. Οι κύριοι στόχοι ήταν να περιοριστούν οι Ρώσοι και να «στηριχθεί ένα είδος τουρκικού κράτους στη Μικρά Ασία -περίπου ο ίδιος διακανονισμός που συνέχισε να ισχύει στα μέσα του 20ου αι.» και μέχρι σήμερα, τουλάχιστον με οικονομικούς (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και στρατιωτικούς όρους (με την υποστήριξη των ΗΠΑ).
Ο τρόπος με τον οποίο η Βρετανία απέκτησε ένα νέο έρεισμα ήταν κάπως αμφιλεγόμενος, καθώς είχε διαπραγματευτεί μυστικά με τους Οθωμανούς στέλνοντας τελεσίγραφο στον Σουλτάνο με το οποίο δήλωνε ότι για να διατηρηθεί η καλή θέληση της Βρετανίας, η Κύπρος έπρεπε να περάσει σε βρετανικό έλεγχο. Στη Γαλλία υπήρχε ανησυχία και δυσφορία επειδή η «Γηραιά Αλβιώνα» δεν είχε ενεργήσει με ευθύτητα. Φυσικά η Γαλλία είχε τα δικά της σχέδια για την Κύπρο, όπως και η Γερμανική Συνομοσπονδία το 1849. Σε κάθε περίπτωση, αν και οι Γάλλοι ήταν εξοργισμένοι, τους καθησύχασαν οι διαβεβαιώσεις των Βρετανών ότι θα έκαναν τα στραβά μάτια όταν η Γαλλία θα καταλάμβανε την οθωμανική Τυνησία, κάτι που συνέβη το 1882.
Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε την άσκηση γαλλικής πίεσης στη Βρετανία σε σχέση με την Κύπρο, πίεση που οδήγησε στη συμφωνία ότι η Βρετανία δεν θα εγκατέλειπε την Κύπρο (την οποία προσάρτησε το 1914, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε στις Κεντρικές Δυνάμεις) αν πρώτα δεν συμβουλεόταν τη Γαλλία.
Μόλις έξι μήνες αργότερα, το Δεκέμβριο του 1916, η Βρετανία και η Γαλλία, που ανησυχούσαν με την ουδέτερη στάση του Βασιλιά Κωνσταντίνου και την πολιτική αστάθεια την οποία προκαλούσε η κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, οδήγησαν μια μικρή δύναμη στην Αθήνα. Αφού απωθήθηκαν από τον ελληνικό στρατό με εβδομήντα μία απώλειες, κήρυξαν αποκλεισμό της Ελλάδας και αναγνώρισαν την κυβέρνηση του Βενιζέλου. Ο Βασιλιάς εγκατέλειψε την Ελλάδα αφήνοντας τον δεύτερο γιο του Αλέξανδρο ως «προσωρινό Βασιλέα». Ο πολιτικός κυκεώνας οδήγησε στην ένταξη του Βενιζέλου στους συμμάχους τον Ιούλιο του 1917.
Αυτό το επεισόδιο δείχνει και πάλι μια συμπεριφορά έναντι της Ελλάδας που μπορεί να χαρακτηριστεί παρεμβατική και ηγεμονική, αν και πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η χώρα εξακολουθούσε να αποτελεί προτεκτοράτο και θα παρέμενε, de jure, μέχρι το 1923.
Όσον αφορά στην Κύπρο, η Βρετανία συζήτησε το ενδεχόμενο να την παραχωρήσει στην Ελλάδα στα τέλη του 1912 με αντάλλαγμα μια ναυτική βάση στην Κεφαλονιά. Το 1915 η Βρετανία προσφέρθηκε να παραχωρήσει το νησί αν η Ελλάδα συμμαχούσε μαζί της στον πόλεμο, όμως, καθώς η Ελλάδα υπεξέφευγε μέχρι το 1917, η Βρετανία δεν ικανοποίησε το αίτημα της Ελλάδας για παραχώρηση του νησιού στις διαπραγματεύσεις των Βερσαλλιών.
Δημογραφία και «ανταλλαγή» πληθυσμών
Η ιστορία της δημογραφικής τραγωδίας που έπληξε την Ελλάδα είναι πολύ γνωστή και έχει καλυφθεί επαρκώς: εδώ αρκεί να πούμε ότι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, από μια φαινομενική θέση ισχύος και ως μέλος της λέσχης των νικητών, αφού κέρδισαν τη μία νίκη μετά από την άλλη στην αναδυόμενη Τουρκία, τελικά προωθήθηκαν υπερβολικά μακριά και απωθήθηκαν. Σχεδόν όλοι οι ελληνόφωνοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της Μικράς Ασίας εκδιώχθηκαν (1.300.000) ή σκοτώθηκαν στη «Μικρασιατική Καταστροφή». Αυτό που είχε ξεκινήσει ως μια ελληνική εκστρατεία με την υποστήριξη της βρετανικής, της γαλλικής και της αμερικανικής κυβέρνησης κατέληξε σε μια κοινωνικο-οικονομική καταστροφή και στην ικανοποίηση της εχθρικής Ιταλίας [Όμως οι Ιταλοί έσωσαν πολλούς Έλληνες από την Αττάλεια, μεταξύ άλλων περιοχών, ενώ δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τους Βρετανούς και τους Γάλλους], η οποία διατήρησε στην κατοχή της τα Δωδεκάνησα, τα οποία είχε πάρει δια της βίας από τους Οθωμανούς το 1912.
Ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης, 235.200 άτομα [το έτος 1912], δεν εκδιώχθηκε, διότι η πόλη βρισκόταν υπό διεθνή δικαιοδοσία και προστασία. Σήμερα η τουρκική πολιτική έχει αφήσει μόνο περίπου 2.000 Τούρκους πολίτες ελληνικής καταγωγής στην Κωνσταντινούπολη, εν αντιθέσει προς τους περισσότερους από 120.000 τουρκόφωνους Μουσουλμάνους στην ελληνική Θράκη...
***
Η ιστορία της συμπεριφοράς του λαού μας απέναντι στις χιλιάδες των Τούρκων που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο όλο το διάστημα που γίνονταν οι σφαγές, οι εκτοπίσεις, οι γενοκτονίες και ο τελικός ξεριζωμός από το 1908 έως το 1923 (όχι η ανταλλαγή, όπως υποστηρίζει η κρατική εκδοχή), αποτελεί ένα από τα ωραιότερα κεφάλαια, στιγμές τις ιστορίας του ανθρώπινού γένους, όχι μόνο της δικής μας. Δεν υπήρξε καμιά αντεκδίκηση από τη μεριά του λαού μας. Οι Τούρκοι -πολλοί δεν ήταν Τούρκοι, αλλά διαφορετικές εξισλαμισμένες εθνότητες- ανταλλάχτηκαν, έφτασαν ειρηνικά στη Μικρά Ασία.
Η αληθινή ιστορία, η οποία αποσιωπήθηκε συστηματικά στη χώρα μας, λέει ότι η τύχη των Ποντίων, των Ιώνων και των Θρακών ήταν εντελώς διαφορετική.
Η ανάλογη ηθική, πολιτιστική συμπεριφορά τον λαού μας, όταν το τούρκικό κράτος χειραγωγώντας (και συμμαχώντας με) τις φανατισμένες περιθωριοποιημένες ή μη τούρκικές μάζες, τον όχλο πού έλεγε ο Μαρξ, επαναλάμβανε την ίδια πολιτική με το πογκρόμ του 1955 στην Πόλη ή στην Ίμβρο το 1974, αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε οπισθοδρόμηση, αλλά διατηρήθηκαν και εξυψώθηκαν οι σταθερές του, οι αξίες του πολιτισμού μας. Αντίθετα όμως η επανάληψη (το 1942, στην Πόλη το 1955, μέχρι και σήμερα) εκδηλώσεων βίας και βαρβαρότητας, αποδεικνύει ότι οι σταθερές, οι κύκλοι συλλογικής βίας, οι οποίοι επιτρέπουν την εξέλιξη πολιτικών γενοκτονίας, πογκρόμ ή ληστείας, εξακολουθούν να ισχύούν στην τούρκική κοινωνία. Η ιστορία έδειξε ότι, ως συγκεκριμένη κοινωνία, προϊόν μιας ιστορικής διαδικασίας, ως λαός, είμαστε ενάντια στην εκδίκηση, στη λογική της ίσης ανταπόδοσης, της ισοπαλίας.
Γεγονός που δεν αντιλαμβάνονται οι επαρχιώτες «Αθηναίοι», ειδικά οι διανοούμενοι, οι οποίοι, αισθανόμενοι «Ευρωπαίοι», φέρνουν μαζί τους τις ενοχές των Ευρωπαίων διανοούμενων σε σχέση με τούς λαούς του Τρίτου Κόσμού.
Μιχάλης Χαραλαμπίδης - Περιφερειακό κράτος και εσωτερική ενσωμάτωση.
Η περίπτωση της Θράκης και η αποκιοποιημένη ιστοριογραφία. Εισαγωγή στα γεωπολιτικά αίτια της κρίσης της ελληνικής πολιτιστικής ταυτότητας - και μια αναφορά στο αλληλεξαρτώμενο μέλλον της Θράκης και της Κύπρου.
***
Το 1964 υπήρχαν ακόμα 12.000 Έλληνες πολίτες και 60.000 Τούρκοι πολίτες ελληνικής καταγωγής και θρησκείας στην Τουρκία. Ζούσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, κάποιοι από την αρχαιότητα. Τώρα η τουρκική κυβέρνηση έστρεφε την οργή της εναντίον τους, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες να εκδιωχθούν ή να υποχρεωθούν να φύγουν. Χρησιμοποιήθηκε κάθε μέθοδος, όπως το κλείσιμο ελληνικών σχολείων, η απόλυση Ελλήνων από δουλειές «τις οποίες ο νόμος προορίζει για Τούρκους» και η δίωξη κάποιων διευθυντών σχολείων επειδή πρόβαλαν μια ταινία που έδειχνε τον Πατριάρχη με βυζαντινά άμφια.
Αρκετά θλιβερά είναι τα παρακάτω αποσπάσματα από μια επιστολή τον Βρετανού Γενικού Πρόξενου στην Κωνσταντινούπολη:
Οι Τούρκοι απλώς παίρνουν εκδίκηση για τα βάσανα των συμπατριωτών τους στην Κύπρο [...] Μερικές φορές υποχρεώνουν τους Έλληνες να πληρώνουν διπλά πριν να απελαθούν. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από οργανωμένη ληστεία και έχω τη χαρά να δηλώσω ότι υπάρχουν λίγοι, αλλά μόνο ελάχιστοι, Τούρκοι που ντρέπονται για αυτή τη συμπεριφορά της κυβέρνησής τους [...] αυτή [η εκστρατεία] αποκαλύπτει μια άσχημη πλευρά του τούρκικού χαρακτήρα [...] Η Κύπρος είναι μόνο μια δικαιολογία για την εξαπόλυση μιας τέτοιας εκστρατείας [...] η τουρκική κυβέρνηση βρήκε βολικό για εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς να ενθαρρύνει το λανθάνοντα σωβινισμό του λαού της.
Σήμερα έχουν απομείνει στην Τουρκία περίπου δύο χιλιάδες Τούρκοι πολίτες ελληνικής καταγωγής.
Η ελληνική κυβέρνηση δεν ανταπέδωσε: υπάρχουν πολλοί περισσότεροι από 100.000 Έλληνες πολίτες τουρκικής καταγωγής στην Δυτική Θράκη.
Έτσι, δέκα χρόνια αφότου το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών, υπό τον συναισθηματικό Κιρκπάτρικ, είχε καλέσει ένα «Συνέδριο των Τριών Δυνάμεων» για να εμπλέξει την Τουρκία, «να φέρει σε σοβαρή αμηχανία την ελληνική κυβέρνηση» και να «εκθέσει» και να «ορίσει» μια ελληνοτουρκική «διαφορά», σε μυστική συνεργασία με την Τουρκία, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διαταράχθηκαν σοβαρότατα λόγω του status quo στην Κύπρο. Η αστάθεια της ελληνικής πολιτείας και ο ρόλος του ελληνικού στρατού θα έδιναν την ευκαιρία στην τουρκική κυβέρνηση, με μυστική στήριξη από τις ΗΠΑ, να εισβάλει στην Κύπρο. Την ίδια εποχή η Τουρκία εθεωρείτο ζωτικής σημασίας για τα ψυχροπολεμικά συμφέροντα των ΗΠΑ: μάλιστα υποτίθεται ότι η κουβανική πυραυλική κρίση ξέσπασε επειδή οι αμερικανικοί πύραυλοι στην Τουρκία ήταν στραμμένοι προς τη Σοβιετική Ένωση.
Επίλογος
Παρά τις μυστικές διπλές συμφωνίες της περιόδου, η Βρετανία αποφάσισε να διατηρήσει την Κύπρο. Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λοζάνης η Τουρκία δεν θα είχε δικαιώματα σε περιοχές που προηγουμένως βρίσκονταν υπό τη δικαιοδοσία της, το οποίο σήμαινε ότι από το 1923 δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις υποθέσεις του νησιού. Το 1925 η Κύπρος κηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού Στέμματος.
Ο βρετανικός έλεγχος στο νησί είχε πάψει να αποτελεί καινοτομία και οι εκκλήσεις για ένωση με την Ελλάδα που είχαν αρχίσει ήδη από το 1821 (από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης) και είχαν επαναληφθεί το 1878 και το 1907 (επίσκεψη του Τσώρτσιλ), είχαν αρχίσει να κερδίζουν έδαφος. Αυτή η κατάσταση κλιμακώθηκε το 1931 με τον εμπρησμό του Κυβερνείου, αφού το Λονδίνο απέρριψε αυθαίρετα ένα ψήφισμα ενάντία στην επιβολή φόρου πέντε τοις εκατό επί των μισθών των αξιωματούχων που υπερέβαιναν τις 100 λίρες το χρόνο. Πέρα από την απογοήτευση των Ελληνοκυπρίων, ένας Τουρκοκύπριος είχε ψηφίσει ενάντια στη φορολογία μαζί με τούς δώδεκα Ελληνοκυπρίους και έμεινε γνωστός ως ο «Δέκατος Τρίτος Έλληνας». Η αμφισβήτηση της βρετανικής εξουσίας και ο φόβος της βρετανικής κυβέρνησης για αυτό το αναδυόμενο καινό μέτωπο Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων οδήγησε σε ακύρωση του αποικιακού συντάγματος και σε σοβαρό περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών. Στη συνέχεια, κυρίως χάρη στην οξυδέρκεια του Έλληνα Πρωθυπουργού Βενιζέλού, ο οποίος διατήρησε καλές σχέσεις με τη Βρετανία και την Τουρκία, η ιδέα της ένωσης παραμερίστηκε.
William Mallinson
Βρετανός πρώην διπλωμάτης
***
(*) Περί -κεμαλικής- Ἰστανμποὺλ και -οθωμανικής- Κωνστανιιέ (Kostantiniyye): Κατὰ παράξενο τρόπο, τὰ μεγάλα πολιτιστικὰ κέντρα τῆς Ἀνατολῆς, πού ἐκράτησαν τοὺς μεγαλύτερους γνωστοὺς πολιτισμοὺς στὴν ἱστορία – Κων/πολη, Ἀλεξάνδρεια, Κάϊρο, Δαμασκός, Βαγδάτη, Τεχεράνη – εἶναι τὰ χαρακτηριστικώτερα παραδείγματα ἐκτρωματικῶν τριτοκοσμικῶν μεγαλουπόλεων μὲ ἀπειρία οἰκολογικῶν προβλημάτων. Τυχαῖο ἄραγε; Δεδομένου ὅτι εἶναι ὁ πολιτισμὸς μίας χώρας πού διατηρεῖ τὸ περιβάλλον, μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἀπὸ τὴν ἐκτρωματικὴ φυσιογνωμία τῶν πόλεων ποιὲς εἶναι οἱ ἀντίστοιχες ἐσωτερικὲς καταστροφὲς τοῦ πολιτισμοῦ τῶν χωρῶν.
Εἰδικὰ μάλιστα ἡ Κων/πολη ἔπρεπε νὰ γίνη ὁπωσδήποτε «Ἰστανμποὺλ» (πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο πολὺ συνέτεινε καὶ ὁ ἀνυποψίαστος τουρκικὸς ἐθνικισμός). Διότι δὲν ὑπάρχει μεσαιωνικὴ εὐρωπαϊκὴ ἱστορία χωρὶς Κων/πολη. Αὐτὸ τὸ ὄνομα λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γίνη ὅρος τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν σεμιναρίων, κάτι τὸ παρελθόν, μὴ ἔχον σχέση μὲ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια, ἔπρεπε νὰ γίνη «Ἰστανμπούλ» κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο πού ἔγινε καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία «τουρκικὴ κατάκτηση» καὶ «κίνδυνος» γιὰ τὴν Εὐρώπη. Δὲν ἔπρεπε νὰ μείνη ἡ Κων/πολη στὸ στόμα τῶν Τούρκων, διότι κάτι τέτοιο δὲν συνεβάδιζε μὲ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ παρόντος. Νὰ γίνη ὁ Κεράτιος τῶν ρωμαίων αὐτοκρατόρων καὶ τῶν ἐνετῶν πατρικίων τὸ γνωστὸ ἀποχωρητήριο πού εἶναι σήμερα, ἦταν κάπως «εὐρωπαϊκῶς διακινδυνευμένο». Ὡς χῶρος τῆς «Ἰστανμποὺλ» ὅμως, μποροῦσε... Χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι τὰ βιβλία τοῦ περασμένου αἰώνα ὅπου πάντα τὸ πρόβλημα τῶν Δαρδανελλίων παρέμενε πρόβλημα καὶ συνεπῶς ἐχρειάζοντο πραγματικοὶ ὄροι συνεννοήσεως, ὁμιλοῦν συνέχεια περὶ Κων/πόλεως. Τὸ «Ἰστανμποὺλ» καθιερώνεται μὲ τὸν «εὐρωπαϊκὸ προσανατολισμὸ» τῆς ἐθνικῆς Τουρκίας, ὅταν αὐτὴ ὡς κράτος τῆς «νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης» πλέον θὰ εἶχε τοὺς «προαιώνιους ἐχθρούς» της τοὺς Ἕλληνες νὰ τὴν μισοῦν γιὰ τὴν ὀνομασία!!!
Γεράσιμος Κακλαμάνης - Μεταπολεμική νέα εποχή και διαχείριση των γηγενών πολιτισμών.
http://cosmoidioglossia.blogspot.gr
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ να γράφετε με Ελληνικούς χαρακτήρες και να είστε κόσμιοι στις εκφράσεις σας. Οποιοδήποτε άλλο σχόλιο με γκρικλις και ξένη γλώσσα θα διαγράφετε. Ευχαριστώ!